«Στοπ» στη Διαφραγματοκήλη – «Ματ» στη Γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση

Οριστική ανακούφιση και επιστροφή σε μια φυσιολογική ζωή έρχεται να προσφέρει σε χιλιάδες ανθρώπους που πάσχουν από γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση η λαπαροσκοπική χειρουργική αντιμετώπιση της διαφραγματοκήλης.

Η γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση είναι μια χρόνια πάθηση που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενη ροή οξέων του στομάχου στον οισοφάγο, προκαλώντας δυσπεψία, πόνο και δυσκολία στην κατάποση, κάψιμο χαμηλά στο θώρακα (η λεγόμενη καούρα).

Επίσης, η γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση μπορεί να προκαλέσει άσθμα και λοιμώξεις του αναπνευστικού, οισοφαγίτιδα, χρόνιο βήχα και βραχνάδα, χρόνια ιγμορίτιδα ή και διάβρωση του πίσω μέρους των δοντιών, ενώ στις πιο χρόνιες εκδοχές της είναι υπεύθυνη ακόμα και για την η ανάπτυξη καρκίνου στον οισοφάγο (αδενοκαρκίνωμα).

Παράγοντες κινδύνου

Οι κακές διατροφικές συνήθειες του ατόμου αποτελούν μια από τις πιο σημαντικές αιτίες πρόκλησης γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης, καθώς εξασθενούν τη σύσπαση του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα με συνέπεια τη ροή γαστρικών οξέων στον οισοφάγο.

Η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη της γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης, όπως και επίσης και το στρες, που είναι ταυτισμένο με το δυτικό τρόπο ζωής, καθότι ενισχύει την οξύτητα στις εκκρίσεις του στομάχου.

Επίσης, πολλοί ασθενείς που υποφέρουν από γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση ενδέχεται να πάσχουν κι από διαφραγματοκήλη.

Η διαφραγματοκήλη συνιστά στη χαλάρωση του ανοίγματος του διαφράγματος, μέσα από το οποίο κανονικά διέρχεται ο οισοφάγος, με συνέπεια ο θόλος του στομάχου να περνάει μέσα από το διάφραγμα.

Αντιμετώπιση της γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης

Στις πιο ήπιες μορφές της η γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση αντιμετωπίζεται συντηρητικά, με αλλαγές στη διατροφή, τις συνήθειες του ύπνου, αποφυγή του καπνίσματος και απώλεια βάρους.

Εάν τα συμπτώματα επιμένουν παρά τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, τότε ακολουθείται φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της οξύτητας των γαστρικών εκκρίσεων.

Ωστόσο, η πιο αποτελεσματική θεραπεία για τη γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση και συνάμα ο μοναδικός τρόπος πρόληψης του καρκίνου στον οισοφάγο, είναι η χειρουργική επέμβαση.

Λαπαροσκοπική θολοπλαστική

Εδώ και πάνω από δυο δεκαετίες η «ανοικτή» χειρουργική της γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης έχει αντικατασταθεί από τη λαπαροσκοπική προσέγγιση, διασφαλίζοντας καλύτερα αποτελέσματα και μηδαμινές επιπλοκές κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της επέμβασης.

Η χειρουργική αντιμετώπιση της γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης αφορά στην ανάταξη και διόρθωση της διαφραγματοκήλης. Η συνηθέστερη επέμβαση που ακολουθείται είναι η θολοπλαστική. Ο θόλος, δηλαδή το πάνω μέρος του στομάχου, τυλίγεται γύρω από το κατώτερο τμήμα του οισοφάγου και λειτουργεί σαν βαλβίδα που αποτρέπει την παλινδρόμηση των γαστρικών οξέων στον οισοφάγο, αναλαμβάνοντας το ρόλο του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα.

Οι τεχνικές που εφαρμόζονται είναι η Λαπαροσκοπική Θολοπλαστική κατά Nissen και η Λαπαροσκοπική Θολοπλαστική κατά Toupet.

Κατά την επέμβαση, η οποία διαρκεί 3 με 4 ώρες, πραγματοποιούνται 4 – 5 μικροτομές στο δέρμα, χωρίς διατομή μυών.

Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, όπως έχει αποτυπωθεί σε όλα τα χειρουργικά συνέδρια σε Ευρώπη και Αμερική, αναδεικνύει τη Λαπαροσκοπική Θολοπλαστική ανώτερη της συντηρητικής αγωγής, ως προς τα μακροχρόνια αποτελέσματα, και με σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της ανοικτής χειρουργικής επέμβασης.

Συγκριτικά, η Λαπαροσκοπική Θολοπλαστική προσφέρει:

  • Ελαχιστοποιημένο μετεγχειρητικό πόνο.
  • Εντυπωσιακά βελτιωμένο αισθητικό αποτέλεσμα.
  • Μικρότερη νοσηλεία που διαρκεί συνήθως 24 ώρες.
  • Ταχύτερη επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες, μέσα σε λίγες ημέρες.

Μετά το χειρουργείο ο ασθενής ακολουθεί συγκεκριμένη δίαιτα για περίπου δυο εβδομάδες. Επίσης, συνίσταται η αποφυγή άρσης βαρών άνω των 10 κιλών για τους επόμενους τρεις μήνες.

Ως επέμβαση, η Λαπαροσκοπική Θολοπλαστική θεωρείται αρκετά ασφαλής, όμως, η επιτυχία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εμπειρία του χειρουργού. Η Λαπαροσκοπική Θολοπλαστική απαιτεί μεγάλη ακρίβεια και λεπτότητα στους χειρισμούς του χειρουργού, γι’ αυτό και η πραγματοποίησή της προϋποθέτει εξειδίκευση στην εν λόγω τεχνική και σημαντική εμπειρία.